του Νικόλα Κοσματόπουλου.
Η εξέγερση του Δεκέµβρη δεν είχε αιτήµατα, γιατί ήταν η ίδια το αίτηµα.
Όποιος περιµένει από τις εξεγέρσεις που έρχονται με «λίστα αιτηµάτων και προτάσεις», θα ξεχαστεί περιµένοντας. Η διάψευση αυτών των προσδοκιών δεν είναι ένδειξη ότι η εξέγερση του Δεκέµβρη ήταν τυφλή, αλλά µονάχα απόδειξη πως τα πολιτικά εργαλεία για το διάβασµα κοινωνικών γεγονότων έχουν µεταβληθεί σε απολιθώµατα.
Η εξέγερση του Δεκέµβρη, όπως και εκείνη των παρισινών προαστίων, χλευάστηκαν ως «τυφλές» από την καθωσπρέπει Αριστερά και τη συστηµική ιντελιγκέντσια. Η χλεύη µάλλον προκύπτει από την τακτική του µετρήµατος των εξεγέρσεων αυτών µε εκείνες που αποτελούν πια handbook cases, π.χ. τα ιστορικά µοντέλα του ’17, του ’36, του ’68. Και φυσικά «οι πρώτες χάνουν» µπροστά στην εικόνα που έχουµε για τον υψηλό βαθµό πολιτικής συνείδησης, πλάνου και διορατικότητας των µοντέλων. Και φυσικά «παλιότερα ήταν όλα καλύτερα και πιο αυθεντικά». Αλλά δεν νοµίζω.
Πέρα από το γεγονός πως τα µοντέλα αυτά µοντελοποιήθηκαν µονάχα µέσα από µια συστηµατική απόκρυψη «τυφλών» διαστάσεων (όπως κι ο Δεκέµβρης πέρασε από την αποκρουστική προκρούστεια κλίνη σταλινικών, ακροδεξιών και νοικοκυραίων, οι οποίοι του προσέδωσαν την «τυφλή βία» ως µοναδικό χαρακτηριστικό), το πρόβληµα µε όσους ζυγίζουν τον Δεκέµβρη και τον βρίσκουν λειψό έγκειται βασικά αλλού. Ψάχνοντας για «λίστα αιτηµάτων», στην ουσία ψάχνουν να βγάλουν τον πλουραλισµό από µια εξέγερση καταπιεσµένων µε πολλαπλά αίτια και αποτελέσµατα και να τη µετατρέψουν σε ένα µαρξιστικού τύπου «υποκείµενο» που, αν και σπάει, λεηλατεί, καταστρέφει, τελικά µιλάει µε µια φωνή η οποία διατυπώνει αιτήµατα. Κάτι σαν τον Θεό στο Όρος Σινά.
Τα πράγµατα είναι αλλιώς. Και θα είναι αλλιώς από δω και πέρα. Στις σύγχρονες κοινωνίες του ψέµατος, της υποκρισίας και της τηλεοπτικής υφαρπαγής του νοήµατος των λέξεων, ο «καθαρός Λόγος» α λα Καντ έχει γίνει εργαλείο της εξουσίας και όχι της εξέγερσης. Με άλλα λόγια, η εξέγερση δεν είχε αιτήµατα, γιατί ήταν η ίδια αίτηµα. Γιατί διέκοψε, έστω και για λίγες µέρες, την υποταγή στην πλαστική κατανάλωση, την πλαστική τηλεθέαση, την αστυνοµοκρατία, αλλά και το αστικό πρότυπο του «δια-λόγου», όπου το καθαρό επιχείρηµα κερδίζει α λα Habermas.
Σε µια εποχή που το παιχνίδι είναι στηµένο, δεν υπάρχει λόγος να διατυπωθεί αίτηµα. Αντιθέτως, η διακοπή του παιχνιδιού είναι το αίτηµα και το αιτιατό αυτό καθαυτό. Ακόµα και µε όρους βιωσιµότητας, η αντικατάσταση της πόλης των ειδικών φρουρών, του Κακλαµάνη και της κατανάλωσης µε µια άλλη πόλη, εκείνη της κινητικότητας, της σιωπής των οδοφραγµάτων και της συνάντησης των εξεγερµένων είναι η περάτωση του αιτήµατος, και όχι προϋπόθεση για την προπαρασκευή του.
Σε πολλούς η εξέγερση του Δεκέµβρη φάνηκε απόλυτα µηδενιστική. Αντιθέτως, πιστεύω πως ήτανε γεµάτη συµβολισµούς που ξεκινούσανε από το επίπεδο της δράσης (Ακρόπολη, ΕΡΤ, Κακλαµάνειο δέντρο, θέατρα κ.λπ.), την επιλογή των στόχων (ΑΤΜ, τράπεζες, πολυκαταστήµατα κ.λπ.) αλλά, πιο σηµαντικό από όλα, την ίδια την επιλογή του «µη αιτήµατος», σε αντίθεση µε τις προσµονές ενός µεγάλου κοµµατιού της καθωσπρέπει Αριστεράς, το οποίο περιµένει λίστα αιτηµάτων για να αξιολογήσει µια εξέγερση.
Μια τέτοια αξιολόγηση του Δεκέµβρη γίνεται κάτω από το βάρος δυο βαριδιών: ενός ιστορικού κι ενός ιδεολογικού.
• Το ιστορικό θέλει τις καθωσπρέπει εξεγέρσεις του αιώνα µας να καθοδηγούνται από λίστα αιτηµάτων, κόµµατα και ηγεσίες. Όλα τα άλλα βαφτίζονται µηδενιστικά, καθώς ό,τι δεν καθοδηγείται είναι καταδικασµένο. Βέβαια, η καθοδήγηση σε αυτή την περίπτωση ορίζεται µε τα πιο στενόµυαλα κριτήρια του Περισσού. Η περίπτωση η εξέγερση να καθοδηγείται από ένα σύµπλεγµα πρωτοβουλιών τροµάζει όχι µονάχα Κνίτες αλλά και καθηγητές του Καθαρού Λόγου. Γενικώς, η απόδειξη πόσο µη µηδενιστική ήταν η εξέγερση του Δεκέµβρη πρέπει να µετρηθεί στο πόσo πολύ και πόσo διαφορετικό κόσµο τρόµαξε.
Κι αυτό γιατί ανατάραξε την «τάξη», όχι µονάχα όπως την εννοεί η Αστυνοµία και το ΚΚΕ («στη δικιά µας εξέγερση δεν θα σπάσει ούτε τζάµι» είπε η Παπαρήγα). Αλλά ακόµα περισσότερο την τάξη των εννοιών και, πάνω απ’ όλα, την τάξη της έννοιας της ίδιας της κοινωνίας, η οποία βασίζεται στον «διάλογο» και το «κοινωνικό συµβόλαιο». Με άλλα λόγια, το αίτηµα έχει νόηµα µόνο στον βαθµό που κανείς αναγνωρίζει το πλαίσιο στο οποίο τίθενται ή µπορούν να τεθούν αιτήµατα. Μέχρι τώρα το πλαίσιο ήταν εξασφαλισµένο από ένα ιδιότυπο είδος «κοινωνικού συµβολαίου» του στιλ «µιλάτε, σας ακούµε». Το αριστερό κοµµάτι του καθωσπρεπισµού ζητάει να «ακούσει» για να αξιολογήσει. Αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει πως είναι σεβαστό ως εισακουστής. Ε, λοιπόν, νοµίζω πως κάτι τέτοιο αρχίζει και σπάει, αν δεν έχει σµπαραλιαστεί ήδη.
Το αίτηµα δεν υπάρχει γιατί δεν υπάρχει το «κοινωνικό συµβόλαιο» σαν βάση για να τεθεί κάθε αίτηµα. Με άλλα λόγια το µη αίτηµα της εξέγερσης ήταν απάντηση στο «ό,τι είναι νόµιµο είναι και ηθικό». Μια φράση που ειπώθηκε από τον Βουλγαράκη, αλλά στην ουσία πλασάρεται καθηµερινά από κάθε συστηµικό κανάγια.
• Το ιδεολογικό βαρίδι είναι απόλυτα σχετικό µε το ιστορικό. Έχει να κάνει µε τη θαυµατουργή εκείνη διχοτοµία στην Αριστερά µεταξύ αυθόρµητου και συνειδητού, η οποία είναι αιτία πολλών κακών. Εκτός από τη σχεδόν αόριστη και ελιτίστικη φύση της, η διάκριση αυτή δεν προσφέρει καµιά αναλυτική χρήση. Είναι µονάχα αποτέλεσµα αυθαίρετων µαρξιστικών αλλά και γενικότερα µοντερνίστικων αντιλήψεων για τη διακριτή φύση «Λόγου» και «Ψυχής». Δεν θέλω να το πολυφιλοσοφίσω εδώ, αλλά πραγµατικά πιστεύω πως πολλά προβλήµατα ξεκινούν από κει. Ο «Λόγος» είναι καθαρός, διακριτός, ευκρινής και κατανοητός, λέει η θεωρία. Η δε «Ψυχή» απρόβλεπτη, ιδιοσυγκρασιακή, βασισµένη σε ένστικτα. Δεν υπάρχει κάτι πιο ανεδαφικό από αυτό. Αλλά και κάτι πιο βαθιά ριζωµένο στα µυαλά µας.
Ένα αποτέλεσµα αυτών των αναλύσεων που βασίζονται σε τέτοιες διχοτοµήσεις είναι αυτό που διακρίνει κανείς στα σχόλια απογοητευµένων αριστερών για τον Δεκέµβρη. Πρώτον, µια πατερναλιστική στάση του στιλ «αν δεν είστε σαν τον Μάη του ’68, καλύτερα να µην είστε τίποτα». Και δεύτερο και πιο σηµαντικό, την αλλεπάλληλη αναντιστοιχία µεταξύ κινήτρων και αιτηµάτων. Για να εξηγηθούµε. Ενώ όλοι διακρίνουν σχετικά απλοϊκά τα «αίτια» της εξέγερσης (διαλυµένη παιδεία, γενικευµένη φτώχεια, ασχήµια των πόλεων, καταστροφή του φύσης, καθάρµατα στην πολιτική, δολοφόνοι στην αστυνοµία κ.λπ.), ξαφνικά χάνουν από τα µάτια τους το «αίτηµά» της. Μα πόσο δύσκολο είναι να συνδέσουν το πρώτο µε το δεύτερο;
Αλλά µάλλον η τραγικότητα της κριτικής είναι τόσο δραµατική, που ενώ τα «αίτια» είναι τόσο αυτονόητα που οι εξεγερµένοι δεν νιώθουν καν την ανάγκη να τα εννοήσουν, οι καθωσπρέπει τα απαιτούν ως «αιτήµατα». Αν δεν είναι αυτό κοινωνιολογική πρεσβυωπία, τότε τι;
Πρέπει επιτέλους να ξεφορτωθούµε τα ιστορικά σύνδροµα της Αριστεράς, όπως επίσης και τα µυωπικά συµπτώµατα ενός λογοκεντρικού µοντερνισµού.
Στις σύγχρονες ζούγκλες η καταπίεση περνάει µέσα απο την υφαρπαγή του Λόγου (αλλά και την οµηρία του Κορµιού) από την εξουσία. Κι όταν ο Λόγος καταργείται (γιατί καταργείται ο διά-Λόγος του κοινωνικού συµβολαίου), το Κορµί είναι το επόµενο που επαναστατεί! Και επιβάλλει ελεύθερη κίνηση των εξεγερµένων στην πόλη, διακοπή της κίνησης των υλικών που µπλοκάρουν τη δηµιουργία (των εµπορευµάτων), σπάσιµο των κινητών κελιών (των λουξ αυτοκινήτων), κάψιµο των ινστιτούτων κίνησης του κεφαλαίου (των τραπεζών), κλείσιµο των ιδρυµάτων που αιχµαλωτίζουν την κίνηση ιδεών, κορµιών και οραµάτων (των σχολείων), απελευθέρωση όσων στερήθηκαν την κίνηση (των µεταναστών).
Ποιος είπε πως ο Δεκέµβρης δεν είχε αιτήµατα;
Απλά τα λεξικά µας είναι εδώ και καιρό παρωχηµένα.
Ο Νικόλας ο Κοσματόπουλος είναι ένας φίλος που μας τιμά για δεύτερη φορά με τα κείμενά του. Είναι PhD (Can) του Anthropology Department και εργάζεται στο Asia Europe Research Program του University of Zurich, Switzerland.